ευμνημόνευτος

-η, -ο (Α εὐμνημόνευτος, -ον)
αυτός που μνημονεύεται εύκολα, που μπορεί να τόν θυμάται κάποιος εύκολα, ευκολομνημόνευτος («τοῡτο μὲν διὰ τὴν ἀήθειαν τῶν λεχθέντων εὐμνημόνευτον», Πλάτ.)
αρχ.
πρόχειρος, προσιτός («εὐμνημόνευτα φάρμακα», Ιπποκρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + μνημονευτός (< μνημονεύω)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐμνημόνευτος — easy to remember masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευμνημόνευτος — η, ο αυτός που εύκολα συγκρατείται στη μνήμη, που απομνημονεύεται εύκολα, αλλ. ευκολοθύμητος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐμνημονευτότατον — εὐμνημόνευτος easy to remember masc acc superl sg εὐμνημόνευτος easy to remember neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμνημόνευτον — εὐμνημόνευτος easy to remember masc/fem acc sg εὐμνημόνευτος easy to remember neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμνημονευτότερα — εὐμνημόνευτος easy to remember neut nom/voc/acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμνημονεύτους — εὐμνημόνευτος easy to remember masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμνημονεύτῳ — εὐμνημόνευτος easy to remember masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμνημόνευτα — εὐμνημόνευτος easy to remember neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμνημόνευτοι — εὐμνημόνευτος easy to remember masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.